
Η πρόσφατη ανακοίνωση της συμφωνίας μεταξύ του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ και του ομολόγου του της Ρωσικής ομοσπονδίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, διαμορφώνει νέα δεδομένα όχι μόνο στην περιοχή μας, αλλά, πολύ περισσότερο σε παγκόσμιο επίπεδο. Για το λόγο αυτό παίρνω το θάρρος να θυμίσω την κατακλείδα ενός παλαιότερου άρθρου μου (από το 2022), σχετικά με το ουκρανικό ζήτημα, στο οποίο θύμιζα την τύχη της εμπλοκής της χώρας μας σε πόλεμο στην Ουκρανία το 1919.
Έγραφα τότε τα εξής: «Τι λόγο έχουμε να θυμόμαστε γεγονότα που συνέβησαν 100 χρόνια πριν;» θα αναρωτιόταν εύλογα κάποιος. Θα απαντούσα με τα λόγια του Θουκυδίδη ο οποίος πίστευε ότι η μελέτη της ιστορίας θα μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη σε καταστάσεις του μέλλοντος που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά με ανάλογες του παρελθόντος. Το 1919 ενεπλάκημεν σε σύρραξη που δε μας αφορούσε, για να εξυπηρετήσουμε τα συμφέροντα των ισχυρών συμμάχων μας με την ελπίδα ότι κι αυτοί θα μας συμπαρασταθούν στις δίκαιες διεκδικήσεις μας. Το αποτέλεσμα ήταν να χάσουμε και τα αυγά και τα πασχάλια και, τελικά, να την πληρώσουν οι Έλληνες που είχαν μείνει πίσω στην Ουκρανία αλλά και τη Σοβιετική Ένωση (γιατί και ο Λένιν έκανε συμφωνία με τον Κεμάλ το 1921).Και με την πιο πρόσφατη εμπειρία της χώρας μας από τις επιπτώσεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τα δεινά του Εμφυλίου, θα περίμενε κανείς από την Ελλάδα να μην μπλέκει στις «μπίζνες» των μεγάλων, αλλά να αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για την κατάπαυση του πυρός, την οριστική διακοπή των πολεμικών συγκρούσεων και τη διασφάλιση της ειρήνης. Αυτή θα έπρεπε να είναι η πρώτη μας και μοναδική έγνοια. Γιατί, όπως έλεγε και ο «παππούς» μας, ο Αίσωπος, «Όταν στο βάλτο μαλώνουν τα βουβάλια, αυτοί που την πληρώνουν είναι τα βατράχια».
Η επισήμανση αυτή είναι ιδιαίτερα επίκαιρη, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η αναφερθείσα συμφωνία διαμορφώνει νέες συνθήκες όχι μόνο στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, αλλά και στο πολιτικό επίπεδο και στις γεωστρατηγικές ισορροπίες. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τη γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία και έχει επενδύσει στην απεξάρτηση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις συνεχόμενες αυξήσεις των τιμών ενέργειας. Παράλληλα, με την εφαρμογή των κυρώσεων, η χώρα μας έχει απωλέσει μια μεγάλη αγορά που απορροφούσε σημαντική ποσότητα αγροτικών προϊόντων και παράλληλα προσέφερε σημαντική μερίδα στην τουριστική αγορ΄. Η μονομερής στροφή της Ουάσινγκτον δημιουργεί ασυμμετρία: η ΕΕ (και η Ελλάδα) διατηρεί αυστηρούς περιορισμούς, ενώ οι ΗΠΑ εξασφαλίζουν φθηνότερη ενέργεια. Επιπλέον μια ενδεχόμενη ευρύτερη επαναπροσέγγιση ΗΠΑ – Ρωσίας ενδέχεται να αλλάξει τις ισορροπίες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, επηρεάζοντας τον ρόλο της Ελλάδας ως βασικού ενεργειακού και στρατιωτικού εταίρου των ΗΠΑ στη ΝΑ Ευρώπη.
Μπροστά σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, τίθεται το αμείλικτο ερώτημα: Ποια πρέπει να είναι η στάση της Αθήνας; Αναμφίβολα, η Ελλάδα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του δυτικού συστήματος ασφαλείας. Η αφοσίωση στις κοινές ευρωπαϊκές αρχές και η συμμετοχή στις συλλογικές αποφάσεις είναι δομικό στοιχείο της εξωτερικής μας πολιτικής. Ωστόσο, η πλήρης ευθυγράμμιση δεν πρέπει να συγχέεται με την παθητική αποδοχή ή την αυτοκαταστροφική μονομέρεια. Η άσκηση σοβαρής εξωτερικής πολιτικής απαιτεί ευελιξία, διορατικότητα και διατήρηση μιας σχετικής εθνικής ανεξαρτησίας.
Η διατήρηση δικλείδων ασφαλείας και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας με παγκόσμιες υπερδυνάμεις —όπως η Ρωσία— δεν αποτελεί πράξη αποστασιοποίησης από την ΕΕ, αλλά θεμελιώδη κανόνα διπλωματικής επιβίωσης. Ιστορικά, οι χώρες που επιβιώνουν και ευημερούν σε περιόδους παγκόσμιων ανακατατάξεων είναι εκείνες που δεν καίνε τις γέφυρες επικοινωνίας, ακόμα και με πλευρές με τις οποίες βρίσκονται σε διαφωνία. Όταν οι ίδιες οι ΗΠΑ επιλέγουν τον δρόμο της πραγματιστικής διαπραγμάτευσης με τη Μόσχα για την εξυπηρέτηση των δικών τους οικονομικών και στρατηγικών συμφερόντων, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε μια ιδεοληπτική ακαμψία που βλάπτει τα δικά της ζωτικά συμφέροντα.
Εάν όμως η διατήρηση τέτοιων αυτόνομων διαύλων καθίσταται ανέφικτη λόγω των αυστηρών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, τότε η χώρα μας οφείλει να αλλάξει τακτική εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου. Δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να υφίσταται το δυσανάλογο βάρος των ευρωπαϊκών επιλογών —στην ενέργεια, στην ακρίβεια, στον τουρισμό και στην πρωτογενή παραγωγή— χωρίς την ανάλογη στήριξη. Σε μια τέτοια περίπτωση, η Αθήνα πρέπει να διεκδικήσει ουσιαστικά και γενναία οικονομικά ανταλλάγματα από τους Ευρωπαίους εταίρους. Αντισταθμιστικά μέτρα για το ενεργειακό κόστος, ειδικά κονδύλια για τη στήριξη των αγροτών και των τουριστικών περιοχών, καθώς και εγγυήσεις ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να αποτελέσουν την «κόκκινη γραμμή» της ελληνικής διαπραγμάτευσης.
Αυτό προϋποθέτει μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας στο επίπεδο συνδιαμόρφωσης των αποφάσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ελλάδα δεν πρέπει να αρκείται στον ρόλο του «καλού και προθυμότερου μαθητή» που απλώς προσυπογράφει κείμενα και αποφάσεις που συντάσσονται σε ξένα κέντρα αποφάσεων. Οφείλει να αποκτήσει μια στιβαρή, διεκδικητική φωνή που να ακούγεται καθαρά και να υπολογίζεται σοβαρά από τους ισχυρούς της Ευρώπης. Η πολυμερής διπλωματία δεν είναι παθητική παρακολούθηση, αλλά σκληρή διαπραγμάτευση με γνώμονα το εθνικό συμφέρον.
Σε διαφορετική περίπτωση, οι εξελίξεις θα μας προσπεράσουν δραματικά. Αν η χώρα μας παραμείνει απλός παρατηρητής των αλλαγών που συντελούνται πάνω από κεφάλι της, αν συνεχίσει να προσφέρει τα πάντα χωρίς να ζητά τίποτα, κινδυνεύει να επιβεβαιώσει για άλλη μια φορά την αλληγορία του Αισώπου. Θα καταλήξουμε, δυστυχώς, να είμαστε τα «βατράχια» που πληρώνουν το μάρμαρο στον βάλτο, την ώρα που τα «βουβάλια» θα έχουν ήδη μοιράσει μεταξύ τους τα οφέλη της νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων — αν δεν είμαστε ήδη εκεί.
Η ιστορική πείρα του 1919 και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου μάς διδάσκει ότι οι ισχυροί σύμμαχοι κοιτούν πάντα τη δική τους γεωπολιτική ζυγαριά. Το μάθημα της ιστορίας είναι σαφές: η ειρήνη, η διπλωματική πολυφωνία, η οικονομική στήριξη του λαού και η υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας με διορατικότητα είναι η μόνη ασφαλής οδός. Ήρθε η ώρα η Ελλάδα να χαράξει μια στρατηγική με αυτοπεποίθηση, διεκδικητικότητα και ρεαλισμό, πριν ο βάλτος της διεθνούς αστάθειας μας καταπιεί οριστικά.


