
Αν δίναμε με λόγια το σκίτσο του Νότη Περγιάλη, θα γράφαμε ότι είναι μια βιβλική μορφή με ζωγραφισμένη την ιώβεια υπομονή στο πρόσωπο και στο βλέμμα του. Είναι από τις μορφές πολύτιμης κοπής, που δεν συναντάς πια. Τέτοιες μορφές ήταν ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Δημήτρης Χατζής και άλλοι, παιδιά της Κατοχής και της Αντίστασης. Η ιστορία της πατρίδας τούς χάραξε τον δρόμο της ζωής. Μικρασιατική καταστροφή με όλα τα επακόλουθα. Μεσοπόλεμος με τις μεγάλες μεταβολές εις βάρος των κατατρεγμένων. Μάστιζε τον λαό η ανέχεια. Πόλεμος, Κατοχή και Αντίσταση. Εμφύλιος και εξορίες. Προσπάθειες για εκδημοκρατισμό, για δημιουργία στη ζωή και στην τέχνη. Σε αυτή τη διαδρομή ο Νότης πήρε, από τα μικράτα του, του δίκιου τον δρόμο.
Οι ηττημένοι, καθώς έτσι ονομάτισαν αυτούς που αντιστάθηκαν στην Κατοχή και έδωσαν ψυχή σ’ αυτόν τον τόπο, με το βλέμμα στην παράδοση δημιούργησαν πολιτισμό.
Ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης από τη γνωριμία του με τον Νότη Περγιάλη, η οποία έγινε βαθιά φιλία και εκτίμηση, εμπλουτίζει τώρα την πρώτη του προσπάθεια για την αναθέρμανση της μνήμης για τον πολυτάλαντο διανοούμενο: ηθοποιό, θεατρικό συγγραφέα, σκηνοθέτη, συγγραφέα μυθιστορημάτων, ποίησης και τραγουδιών. Συνεπικουρείται ο Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης από τον Κώστα Φωτεινάκη και τον Παύλο Γιαννακάκο κι εκδίδουν το βιβλίο-αφιέρωμα: Νότης Περγιάλης, με υπότιτλο: «Όμορφη δεν είναι η ζωή;», φράση παρμένη από την ταινία Τα κόκκινα φανάρια, όπου έπαιζε.
Είναι από τις μορφές πολύτιμης κοπής, που δεν συναντάς πια.
Όταν ο αναγνώστης μετέλθει τις σελίδες, θα διαπιστώσει ότι έχει να κάνει με μια προσωπικότητα που τη διακρίνει η ταπεινότητα και η υπερηφάνεια. Το βιβλίο περιλαμβάνει κείμενα του Ελ. Ιντζέμπελη για τον Ν. Περγιάλη και μία συνέντευξη διαφωτιστική για την πνευματική, δημιουργική πορεία του. Το δεύτερο κείμενό του διαφωτίζει τη θεατρική δουλειά του Περγιάλη. Επιλέγω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:
Ένας από τους ποιητικούς Έλληνες θεατρικούς συγγραφείς είναι ο Νότης Περγιάλης. Η συνειδητοποιημένη του κραυγή ενάντια σ’ αυτούς που συνθλίβουν την ανθρώπινη ζωή αφήνει τα ίχνη της αγγίζοντας τα όρια του κλασικού. Η αισθητική αυτοτέλειά του να μιλάει από κάποια συγκεκριμένη «θέση», από ένα σημείο διαρκούς επαγρύπνησης, του δίνει μια δυναμική παρουσία, βαθιά ανθρώπινη, βυθισμένη στα χρώματα μιας υπαρξιακής αγωνίας για ένα καλύτερο μέλλον. (σελ. 67)
Σε ένα κείμενο που απομαγνητοφώνησε ο Ελ. Ιντζέμπελης και αφορά τη γνώμη του Ν. Περγιάλη για τον Μάνο Κατράκη, αυτόν τον ογκόλιθο και δημιουργό του Λαϊκού Θεάτρου, παρατίθεται το πιο κάτω απόσπασμα, όπου τονίζεται το μεγαλείο του ανδρός και ηθοποιού:
Όταν σήκωνε στα χέρια το νεκρό κορίτσι, «Το κορίτσι με το κορδελάκι», και έπιανε εκείνη την κραυγή: «Κορίτσι μου, ας το χτίζαμε στη θάλασσα το σπίτι μας», ήτανε σαν να φύσαγε καυτός αέρας. Μια φουρτουνιασμένη θάλασσα από κλάμα και στεναγμό. Σ’ αυτή τη στιγμή πότε πότε λιποθυμούσε και κάποια γυναίκα και λέω πως τέτοιο σπαραγμό μόνο σε Μανιάτισσα μοιρολογίστρα τον έχω νιώσει. (σελ. 61)
Από τη συνέντευξη επιλέγω μερικές φράσεις που χαράζουν αδρά τα πιστεύω και τις αγωνίες του. Φράσεις αποσπασμένες, που μας βοηθούν να σχηματίσουμε εικόνα με ποια προσωπικότητα έχουμε να κάνουμε. Όπως όλοι της γενιάς του, έχουν να θυμηθούν την ταλαιπωρία που πέρασαν με τους κινδύνους της εποχής: «Ταλαιπωρήθηκα και παιδεύτηκα πάρα πολύ στη ζωή μου, από μικρό παιδί» (σελ. 35). «Οι αληθινοί καλλιτέχνες επηρεάζονται από τούτο (που λέει ο Παπαδιαμάντης: “Σα να ’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου”)» (σελ. 36).
Στην ερώτηση: «Γιατί οι διανοούμενοι στις μέρες μας μερικές φορές σιωπούν;», η απάντησή του κοφτή και ρηξικέλευθη: «Δεν σιωπούν. Τους σιωπούν!» (σελ. 36). Μεγάλες οι αναλογίες με τους σημερινούς καιρούς, που βιώνουμε έντονες δυστοπίες και ανομολόγητες συμπεριφορές της εξουσίας.
Αποφαίνεται σε λίγες γραμμές συνοπτικά για τη γενιά του: «Μην ξεχνάτε ότι εμείς ζήσαμε σε μια τραγική εποχή, μέσα σ’ έναν πόλεμο, σε μια κατοχή, σ’ έναν εμφύλιο… Βλέπαμε τα παιδιά να πεθαίνουν στους δρόμους από την πείνα. Ζήσαμε την ταπείνωση της ήττας. Πληγωθήκαμε, αγανακτήσαμε και αρχίσαμε να κάνουμε οράματα και όνειρα» (σελ. 37).
Για τους σύγχρονους τρόπους τυραννίας που έφερε η φρενίτιδα της τεχνολογικής ανάπτυξης, δίνει μια εύστοχη απάντηση: «Η δύναμη της μηχανής φέρνει την υποκρισία, την τυραννία. Το θράσος γεννάει τυράννους, που έλεγε κι ο Σοφοκλής» (σελ. 38).
Περιγράφει την πνευματική μόλυνση και δίνει το γιατί απομακρύνθηκε από το γίγνεσθαι του αθηναϊκού κέντρου, που προσπαθεί να παράγει δήθεν πολιτισμό με ευτελείς επιλογές. «Εκτός όμως από την πνευματική μόλυνση, μου απόρριψε τότε το Εθνικό Θέατρο ένα έργο μου, χωρίς να μου αιτιολογήσουν γιατί το απορρίπτουν (το μαύρο πρόβατο πάλι), τότε είπα: “Άστε στο διάολο!” κι έφυγα» (σελ. 42).
Παρ’ όλα αυτά, δεν νιώθει μετανιωμένος για τον δρόμο που ακολούθησε. Πάλεψε με την τέχνη με τους τρόπους που αγάπησε. Υπάκουσε στις αγάπες που τον συνόδεψαν στη ζωή του και έδωσε μεγάλη έμφαση και στην παράδοση και τη γλώσσα της, η οποία είναι ικανή να δώσει θαύματα.
Το έργο που άφησε πίσω του είναι αξιολογότατο. Τραγούδια που τραγουδάμε και σήμερα, με το πιο εμβληματικό: «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι». Μυθιστορήματα και διηγήματα που δυστυχώς δεν υπάρχουν στην κυκλοφορία, ενώ μπορούσαν να ξανακοιταχτούν και εφοδιασμένα με ένα επίμετρο από έναν φιλόλογο να εκδοθούν. Έγραψε τα σενάρια για την Αγιούπα ή Το κορίτσι του κάμπου του Γκρεκ Τάλλας (Γρηγόρη Θαλασσινού) –με πολύ γνωστή ταινία του Το ξυπόλυτο τάγμα– και συμμετείχε στη συγγραφή του σεναρίου Το ποτάμι του Νίκου Κούνδουρου. Στην Αγιούπα πρωταγωνιστές ήταν ο Μιχάλης Νικολινάκος –του έκανε το σκίτσο του, που βρίσκεται στην αρχή του κειμένου– και η Άννα Μπράτσου (γυναίκα τότε του Γκρεκ Τάλλας). Με τον Μιχάλη ήρθαν κοντά και υπήρξαν φίλοι, κατά τη μαρτυρία του γιου του.
Έπαιξε σε ταινίες οι οποίες είναι γνωστές και προβάλλονται συχνά, όπως Το κορίτσι με τα μαύρα του Μιχάλη Κακογιάννη. Έπαιξε στο θέατρο με πολύ αξιόλογους ηθοποιούς της γενιάς του.
Έγραψε αξιόλογα θεατρικά έργα, άλλα ανέβηκαν και άλλα παραμένουν άπαιχτα κι αδημοσίευτα. Είναι μεγάλο λάθος που δεν αναδεικνύονται να εκδοθούν και να ανεβούν στο σανίδι, έστω και σε ειδικά αφιερώματα.
Και, τέλος, έγραψε μαζί με τον Γεράσιμο Σταύρου το τηλεοπτικό σενάριο για το Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη, που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Γεωργιάδης και αφηγητής ήταν ο ίδιος. Υπήρξε τεράστια επιτυχία. Ήταν πολυτάλαντος και είναι κρίμα να παραμένει στη σιωπή.
Στον εν λόγω αφιερωματικό τόμο υπάρχει και κατάλογος με άρθρα, παρουσιάσεις, μελέτες και κριτικές για το έργο του, όπως και ένα θεατρικό έργο γραμμένο και βασισμένο στο έργο του, Η γειτονιά του Νότη, για λογαριασμό της θεατρικής ομάδας Αγίων Θεοδώρων, όπου βρίσκεται και το σπίτι όπου έμενε. Επίσης, ο τόμος περιλαμβάνει επιλεγμένο αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό, καθώς και κείμενα σημαντικών συγκαιριανών ανθρώπων της τέχνης, οι οποίοι μιλούν γι’ αυτόν.
Η εκδοτική προσπάθεια του –πάντα επιλεκτικού– Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη ελπίζω να πυροδοτήσει ενδιαφέρον για το έργο του Νότη Περγιάλη. Νέοι άνθρωποι να το προσεγγίσουν και να βρει τη δικαίωση που του αξίζει.
Νότης Περγιάλης
«Όμορφη δεν είναι η ζωή;»
Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης – Κώστας Φωτεινάκης – Παύλος Γιαννακάκος
Εκδόσεις Όταν
226 σελ.
ISBN 978-618-5930-82-0
Τιμή €15,00


