Σκέψεις με αφορμή τα 52 χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας

Share:

anthelin02026

anthelin02026Δεν ξέρω πόσοι από εμάς θυμόμαστε ότι την Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2026, συμπληρώνονται ακριβώς 52 χρόνια από την ημέρα που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέστρεφε στη χώρα με το αεροπλάνο του Γάλλου προέδρου Βαλερύ Ζισκάρ Ντ’ Εστέν. Ήταν μια απόφαση της τελευταίας στιγμής του Φαίδωνα Γκιζίκη (του «προέδρου Δημοκρατίας» της χούντας), κατόπιν συνεννοήσεως με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, κι ενώ ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (ηγέτης της εναπομείνασας ΕΡΕ) και ο Γεώργιος Μαύρος (αρχηγός της εναπομείνασας Ένωσης Κέντρου) είχαν αποσυρθεί για να συζητήσουν τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης.

Η άφιξη αυτή σηματοδοτούσε την άτυπη επιστροφή της χώρας στη δημοκρατία –η επίσημη θα σφραγιζόταν λίγους μήνες αργότερα με το δημοψήφισμα για το πολιτειακό και τις εκλογές. Ήταν μια υποχώρηση που οι στρατιωτικοί αναγκάστηκαν να αποδεχτούν, όταν διαπίστωσαν πως ήταν ανίκανοι να διαχειριστούν την τραγική κρίση που οι ίδιοι προκάλεσαν με το πραξικόπημα κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο και την επακόλουθη τουρκική εισβολή στο πολύπαθο νησί. Δεν θα ήθελα να κουράσω με λεπτομερείς αναφορές στα ιστορικά γεγονότα εκείνης της περιόδου. Αποτελούν, άλλωστε, βιώματα για όσους ανήκουν στη γενιά μου και τους μεγαλύτερους, ενώ είναι καταγεγραμμένα καταλεπτώς σε έγκριτα βιβλία ιστορίας.
Θα πρέπει, όμως, να τονίσω ότι τα πενήντα και πλέον χρόνια που ακολούθησαν (αυτό που η ιστοριογραφία αποκαλεί «Μεταπολίτευση») αποτελούν τη μακροβιότερη περίοδο ομαλού δημοκρατικού βίου στη χώρα μας, με τη σύγχρονη έννοια της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης. Αναμφίβολα είναι η μακροβιότερη περίπτωση αβασίλευτης δημοκρατίας, αλλά και η μοναδική στα χρονικά της νεότερης ιστορίας μας όπου το πολίτευμα λειτούργησε θεσμικά –με όλα του τα στραβά και τα ανάποδα– χωρίς βίαιες παρεμβάσεις, νοθείες ή ανατροπές. Κι αυτό διότι στα δύο χρόνια ελεύθερης πορείας του νέου ελληνικού κράτους, σπάνια είχαμε να επιδείξουμε σταθερό σεβασμό στις δημοκρατικές λειτουργίες, πράγμα που δεν μας τιμά ως τον τόπο που διεκδικεί τον τίτλο της «κοιτίδας της δημοκρατίας».
Έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως τη σημασία του γεγονότος ότι αποκαταστήσαμε τη Δημοκρατία; Πιστεύω πως όχι. Μάλλον τη θεωρούμε δεδομένη και, όπως όλα τα πολύτιμα πράγματα στη ζωή, δεν την εκτιμούμε όσο της πρέπει, παρά μόνο αν την αναπολήσουμε χαμένη. Ίσως, μάλιστα, οι πολιτικοί μας να μην ήθελαν να έχουν θεσμοθετήσει επίσημα την επέτειο αυτή από μια εσωτερική ντροπή για τη μεταχείριση που επεφύλαξαν στο πολίτευμα όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί η ιδέα της Δημοκρατίας είναι κάτι πολύ βαθύτερο από ένα σύστημα διακυβέρνησης. Όπως έγραφε ο Άγγελος Τερζάκης:
«Πολλοί νομίζουν πως η Δημοκρατία είναι ένα πολίτευμα. Δεν ξέρουν πως πρόκειται γι’ απόληξη κι όχι γι’ αφετηρία. Δημοκρατία σημαίνει αναβαθμός πολιτισμού. Γίνεσαι άξιος να υψωθείς ως τη δημοκρατική ιδέα όταν έχεις πριν διανύσει κάποια στάδια εσωτερικού εκπολιτισμού. Ένας λαός άξιος της Δημοκρατίας δίνει εξετάσεις καθημερινά, όχι μονάχα μπροστά στην κάλπη… σεβεται τη θέση του στην “ουρά”, προσέχει να μην ενοχλεί το διπλανό του, πιστεύει πως έχει πρώτα καθήκοντα κι έπειτα δικαιώματα».
Δημοκρατία σημαίνει να μπορείς να ακούς τον συνομιλητή σου, να κάνεις πραγματικό διάλογο, να συνθέτεις απόψεις. Προϋποθέτει τη διάθεση της πλειοψηφίας να ακούσει τη μειοψηφία και να ενσωματώσει τις γόνιμες προτάσεις της. Επιβάλλει, αντίστοιχα, την υποχρέωση της μειοψηφίας να συνταχθεί με τις αποφάσεις, αφού πρώτα έχει παραχθεί μια σύνθεση που όλοι μπορούν να αποδεχτούν. Περισσότερο όμως απ’ όλα, βασίζεται σε ένα σύστημα κανόνων που εφαρμόζονται ισότιμα προς όφελος του συνόλου.
Σήμερα, ωστόσο, αυτή η ισορροπία μοιάζει να κλυδωνίζεται επικίνδυνα. Σε μια εποχή που κατακλύζεται από τη μονοφωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τον ασφυκτικό έλεγχο των παραδοσιακών ΜΜΕ, ο δημόσιος διάλογος έχει μετατραπεί σε μια στείρα παράθεση παράλληλων μονολόγων. Η πλειοψηφία συχνά οχυρώνεται πίσω από την ισχύ των αριθμών της, αρνούμενη να ακούσει, πόσο μάλλον να συνεργαστεί με τη μειοψηφία, η οποία με τη σειρά της περιθωριοποιείται ή καταφεύγει στην άρνηση. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η σταδιακή αλλαγή της ίδιας της ταυτότητας του πολίτη: σε ένα σύστημα που αποφασίζει ερήμην του και τον τροφοδοτεί με έτοιμες, προκατασκευασμένες αλήθειες, ο πολίτης παύει να αισθάνεται ενεργός συμμέτοχος και συνδιαμορφωτής της μοίρας του. Μετατρέπεται, σχεδόν ανεπαίσθητα, σε έναν παθητικό υπήκοο, έναν καταναλωτή πολιτικών προϊόντων που απλώς καλείται να επικυρώσει προειλημμένες αποφάσεις.
Με αυτά τα δεδομένα, τι εικόνα έχουν τα νέα παιδιά σήμερα για τη δημοκρατία; Ποιος τους εξήγησε ότι οι νόμοι και τα όρια υπάρχουν για να τηρούνται και όχι για να παρακάμπτονται με τα πάσης φύσεως «παραθυράκια»; Με ποια λογική θα δεχτούν ότι η ελευθερία τους σταματά εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του διπλανού τους, όταν βλέπουν να κυριαρχεί η κουλτούρα του βολέματος και της ατιμωρησίας; Κανείς δεν μπορεί να περιμένει από τους νέους να διαλέγονται και να είναι ανεκτικοί, όταν αυτό που εισπράττουν από την τηλεόραση, το διαδίκτυο και την πολιτική σκηνή είναι οι κραυγές, η επιβολή του ισχυρότερου και ο αποκλεισμός της αντίθετης γνώμης.
Ο Άγγελος Τερζάκης σημείωνε επίσης: «Η Δημοκρατία περνάει στον καιρό μας και δοκιμασία και κρίση… Κρίση περνάει η Δημοκρατία στην αναμέτρησή της με την εσωτερική πραγματικότητα. Πόσοι και πού είναι ώριμοι να τη δεχτούν; Πόσοι έχουν το ανάστημα να τη δικαιώσουν;». Τα ερωτήματα αυτά, διατυπωμένα δεκαετίες πριν, αποκτούν σήμερα μια σχεδόν τρομακτική επικαιρότητα. Οι καιροί είναι δύσκολοι, και η ιστορία διδάσκει ότι στους γκρίζους καιρούς ανθεί ο φανατισμός.
Επομένως, ή θα αποφασίσουμε να ασκούμε τη δημοκρατία στην πράξη –με θεσμούς που ακούν, με κυβερνήσεις που υπολογίζουν τον αντίλογο και με πολίτες που δεν ιδιωτεύουν αλλά διεκδικούν τον ρόλο τους– ή θα υποστούμε τις συνέπειες μιας κοινωνικής αποξένωσης που οι ίδιοι, θελημένα ή αθέλητα, εκτρέφουμε. Αν ο σεβασμός και ο αληθινός διάλογος δεν γίνουν ξανά καθημερινό βίωμα, οι αυθόρμητες κατακτήσεις του παρελθόντος θα μοιάζουν με όνειρο θερινής νυκτός. Και το ερώτημα παραμένει: με ποιον τρόπο θα ξυπνήσουμε επιτέλους;

  Next Article

Εισαγωγή στο Δημόσιο Λογιστικό από το Οικονομικό Επιμελητήριο

Σχετικά άρθρα