
Η συνέντευξη σε μεσημεριανή εκπομπή της ΕΡΤ την Παρασκευή που μας πέρασε είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού εστίαζε στην πρόοδο της βιολογίας και της βιογενετικής στην εποχή μας, καθώς και στην επίδραση που αυτή θα έχει στην ιατρική και γενικότερα στο προσδόκιμο ζωής. Τη συνέντευξη έδινε ο Δρ. Στάθης Γκόνος, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Χημικής Βιολογίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Μεταξύ των άλλων πολύ ενδιαφερόντων που είπε, ο δρ Γκόνος, ήταν και μια παρατήρηση που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Σε ερώτηση που του έγινε για την υπογεννητικότητα, ανέφερε ότι αυτή συνιστά μάλλον αναπόφευκτη επίπτωση της ανάπτυξης των κοινωνιών και της μόρφωσης των ανθρώπων.
Η παρατήρηση αυτή συνάδει με τις τελευταίες έρευνες όσον αφορά το θέμα της υπογεννητικότητας, όπως αυτές αποτυπώνονται σε σχετικό άρθρο της Μαργαρίτας Βεργολιά, στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, το οποίο (διασκευασμένο) δόθηκε ως Κείμενο 1 στα θέματα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στι Πανελλαδικές εξετάσεις, την Παρασκευή 29 Μαΐου. Στο άρθρο της η κα Βεργολιά επισημαίνει: «Μια δομική αλλαγή συντελείται σχεδόν παντού, ταυτόχρονα. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, η πλειονότητα των κρατών, αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων, βρίσκεται κάτω από το «όριο αναπλήρωσης» των 2,1 παιδιών ανά γυναίκα, προκειμένου ένας πληθυσμός να διατηρείται δημογραφικά σταθερός χωρίς μετανάστευση. Σε 66 χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, ο μέσος όρος είναι τώρα πιο κοντά στο 1. Σε άλλες, πλησιάζει όλο και πιο επικίνδυνα το μηδέν». Η παρατήρηση αυτή οφείλει να μας προβληματίσει όλους, ιδιαίτερα όσους και όσες έχουν τις τύχες της χώρας μας στα χέρια τους, αλλά, το ίδιο εξίσου έντονα, και όλους μας.
Κι αυτό γιατί η υπογεννητικότητα στις σύγχρονες κοινωνίες αποτελεί ένα πολυπαραγοντικό ζήτημα, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη ριζική μεταβολή του τρόπου ζωής σε σχέση με το παρελθόν. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, η δημιουργία πολυμελούς οικογένειας αποτελούσε φυσική εξέλιξη και συχνά οικονομική αναγκαιότητα, καθώς η γέννηση παιδιών, ουσιαστικά, σήμαινε αύξηση των εργατικών χεριών που θα δούλευαν στα χωράφια ή στα ζώα. Σήμερα, η μετάβαση στον αστικό ιστό και τα νέα κοινωνικά πρότυπα έχουν ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα. Η σύγχρονη γυναίκα διεκδικεί και ορθώς απολαμβάνει την αυτονομία της, εστιάζοντας στην εκπαίδευση και την επαγγελματική της ανέλιξη, γεγονός που μεταθέτει την έναρξη προσπαθειών τεκνοποίησης σε σαφώς μεγαλύτερη ηλικία, συχνά μετά τα 35 έτη, με όποιες βιολογικές δυσκολίες αυτό συνεπάγεται. Παράλληλα, το δυσβάσταχτο κόστος ζωής και οι τεράστιες οικονομικές απαιτήσεις για την ανατροφή ενός παιδιού λειτουργούν αποτρεπτικά. Για παράδειγμα, αν συνυπολογίσει κανείς τα έξοδα για βρεφικά είδη και γάλα (περίπου 150-200 ευρώ μηνιαίως), το κόστος ενός ιδιωτικού παιδικού σταθμού που συχνά ξεπερνά τα 400 ευρώ το μήνα, και τις μετέπειτα ανάγκες για εξωσχολικές δραστηριότητες και φροντιστήρια, το συνολικό μηνιαίο κόστος μπορεί εύκολα να αγγίξει ή να ξεπεράσει τα 700 ευρώ για ένα μόνο παιδί. Σε ένα περιβάλλον γενικευμένης οικονομικής και εργασιακής ανασφάλειας, όπου οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι, η απόκτηση παιδιού παύει να θεωρείται αυτονόητη επιλογή. Ταυτόχρονα, τα κυρίαρχα πρότυπα έχουν μετατοπιστεί από την παραδοσιακή πολύτεκνη οικογένεια προς την προσωπική αυτοπραγμάτωση και την εξασφάλιση μιας υψηλής ποιότητας ζωής, καθιστώντας την απόφαση για γονεϊκότητα προϊόν ώριμης και συχνά βασανιστικής σκέψης.
Η κα Βεργολιά τονίζει ότι «δημογράφοι επισημαίνουν ότι η κρίση γεννητικότητας έχει εξελιχθεί σε κρίση των σχέσεων, με ριζική αλλαγή προτύπων και αντιλήψεων στην ψηφιακή εποχή. Στους «New York Times», η Άννα Λουί Σάσμαν, συγγραφέας και δημοσιογράφος με ειδίκευση σε θέματα φύλου, οικονομίας και αναπαραγωγής, σκιαγραφεί μια διάχυτη υπαρξιακή αβεβαιότητα στις τάξεις των νέων ενηλίκων. Συμβαίνει σε μια «εποχή πολυκρίσης», παρατηρεί, εν μέσω κλιματικής αλλαγής, γεωπολιτικής και οικονομικής αστάθειας, διεύρυνσης των ανισοτήτων και του τρόπου με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει τις κοινωνίες. Στο πλαίσιο αυτό, χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις, […] η γήρανση του πληθυσμού «επιβαρύνει την αύξηση της παραγωγικότητας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου».
Για την αναστροφή αυτού του ανησυχητικού κλίματος, απαιτείται μια ριζική και συντονισμένη παρέμβαση, με την πολιτεία να επωμίζεται το κύριο βάρος της ευθύνης για την ουσιαστική στήριξη των νέων ζευγαριών. Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να βασίζεται σε αποσπασματικά επιδόματα, αλλά στην οικοδόμηση ενός σταθερού, μακροπρόθεσμου και αξιόπιστου κράτους πρόνοιας που θα εμπνέει ασφάλεια στους πολίτες. Η κρατική μέριμνα οφείλει να εκφραστεί τόσο με άμεση οικονομική ενίσχυση —όπως γενναίες φοροαπαλλαγές και επιδοτήσεις πρώτης κατοικίας για νέα ζευγάρια— όσο και με δομικές κοινωνικές διευκολύνσεις. Είναι επιτακτική η ανάγκη για καθολική πρόσβαση σε δωρεάν, ποιοτικούς παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς με διευρυμένο ωράριο, καθώς και η θέσπιση ευέλικτων μορφών εργασίας για τους γονείς. Επιπλέον, μέτρα όπως οι στοχευμένες μεταθέσεις ή αποσπάσεις δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων στον τόπο συμφερόντων της οικογένειάς τους, και η θεσμική προστασία της μητρότητας και της πατρότητας στον εργασιακό χώρο, κρίνονται αναγκαία. Πέρα όμως από τις υλικές υποδομές, είναι απαραίτητη η καλλιέργεια μιας νέας κοινωνικής κουλτούρας που θα αναδεικνύει και θα στηρίζει την αξία των οικογενειακών δεσμών. Η κοινωνία πρέπει να αγκαλιάσει τον ρόλο του γονέα, προσφέροντας το κατάλληλο υπόβαθρο ώστε η δημιουργία οικογένειας να μην αποτελεί τροχοπέδη για την επαγγελματική και προσωπική εξέλιξη, αλλά μια ασφαλή και επιθυμητή επιλογή ζωής.
Για το σκοπό αυτό απαιτείται η επανοικοδόμηση ενός ισχυρού, σταθερού κράτους πρόνοιας (κοινωνικού κράτους ή όπως αλλιώς ονομάζεται), με ανθρώπινο πρόσωπο, που θα μπορεί να σταθεί δίπλα στους νέους γονείς και να τους παρέχει όλη την απαραίτητη στήριξη που χρειάζονται. Η κυριαρχία του οικονομοκεντρκού μοντέλου της εποχής μας, όπου ο άνθρωπος κινείται γύρω από την οικονομία και όχι η οικονομία γύρω από τον άνθρωπο, έχει γιγαντώσει τις τράπεζες και τα κέρδη των επιχειρήσεων και των μεγαλοστελεχών, αλλά έχει συρρικνώσει τον αριθμό των γεννήσεων και συντελεί στη μείωση του πληθυσμού. Αν, λοιπόν, θέλουμε να μιλάμε για πραγματική πρόοδο και βιώσιμο μέλλον, η αλλαγή πλεύσης είναι μονόδρομος. Δεν αρκεί να ευημερούν οι δείκτες των αγορών όταν μαραζώνει ο κοινωνικός ιστός. Είναι η ώρα να επαναφέρουμε τον άνθρωπο στο επίκεντρο της πολιτικής και της οικονομίας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι μια «ασύμφορη επένδυση», αλλά η κορυφαία πράξη πίστης στο αύριο αυτού του τόπου. Πριν το ρολόι του δημογραφικού χτυπήσει μεσάνυχτα.


