Η προσφορά ενός θρύλου

Share:

Η είδηση ακούστηκε πολύ ευχάριστη για όλους όσοι είχαμε την τύχη να τον παρακολουθήσουμε είτε δια ζώσης είτε από την τηλεόραση να ξεδιπλώνει το ταλέντο του και τις απίστευτες ικανότητές του στο σκοράρισμα, πάνω στο παρκέ. Ο Νίκος  Γκάλης, ο άνθρωπος για χάρη του οποίου η Ελλάδα έμαθε μπάσκετ, η απίστευτη μηχανή καλαθιών με κάθε δυνατό τρόπο, έγινε δεκτός σε έναν οργανισμό όπου μόνο λίγοι και εκλεκτοί, συνήθως προερχόμενοι από το μαγικό χώρο του ΝΒΑ, μπορούν κι έχουν το προνόμιο να μπουν. Το λεγόμενο Νέισμιθ Μπάσκετμπολ Χωλ οφ Φέημ, ένα είδος ιδρύματος και μουσείου όπου μπορεί να δει κανείς όλες τις μυθικές μορφές του μπάσκετ. Υπάρχουν κι άλλα αντίστοιχα ιδρύματα, όπως αυτό τις Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Μπάσκετ (FIBA), στο οποίο ο Γκάλης έχει ήδη εισέλθει, αλλά αυτό του Νέισμιθ (που φέρει το όνομα του ιδρυτή του παιχνιδιού) είναι το παλαιότερο, σαφώς το πρώτο και οπωσδήποτε το πιο εκλεκτικό. Για όλους αυτούς τους λόγους η είσοδος του Γκάλη στο εν λόγω ίδρυμα δεν μπορεί παρά να δίνει χαρά σε όλους τους Έλληνες, την ίδια χαρά που σκόρπιζε και ο μεγάλος αυτός αθλητής με τα κατορθώματά του τόσο με τη φανέλα του Άρη, όσο και με αυτή της Εθνικής Ομάδας.

Θυμάμαι την αντίδραση όλων μας όταν, σε ένα ματς στο Πανευρωπαϊκό του 1987 με την ΕΣΣΔ, έβαλε καλάθι ενώ βρισκόταν στο μέσον τεσσάρων (4) αντιπάλων, αρκετά ψηλότερών του, έχοντας καταφέρει να μείνει στον αέρα περισσότερο από όλους τους! Έχω ακόμη στη μνήμη μου την απελπισμένη όψη του (πρόωρα χαμένου) τότε προπονητή της (ενωμένης τότε) Γιουγκοσλαβίας Κρέζιμιρ Τσόσιτς (πέρασε για ένα διάστημα ως προπονητής και από την ΑΕΚ), όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν αδύνατο να σταματήσει τον Γκάλη όποια άμυνα κι αν χρησιμοποιούσε, όσους παίκτες κι αν διάθετε για το μαρκάρισμά του! Σαράντα τέσσερις (44) από τους 84 πόντους της Ελληνικής ομάδας είχε βάλει τότε ο μεγάλος αυτός σκόρερ στο δεύτερο παιχνίδι μας στο τουρνουά, δίνοντας το έναυσμα και την ελπίδα για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Διατηρώ πάντα στο νου μου την απίστευτη ατάκα όταν, μετά τον προημιτελικό με την Ιταλία, όπου η Ελλάδα είχε καταφέρει το ακατόρθωτο ως τότε, να νικήσει την Ιταλία και να περάσει στους 4, τον ρώτησαν αν αυτή ήταν η μεγαλύτερη νίκη της καριέρας του. Ναι, απάντησε, μέχρι την επόμενη!

Αυτό ήταν, ίσως, και η μεγαλύτερη προσφορά του Γκάλη στη χώρα μας. Αντιγράφω από άρθρο του έγκυρου αθλητικογράφου, Αντώνη Καρπετόπουλου, στο Karpetshow.gr:  “Ο Γκάλης, την δεκαετία του ‘80, έδειξε στην ελληνική κοινωνία (κι όχι απλά την μικρή τότε μπασκετική κοινότητα) ότι ο επαγγελματισμός είναι το συνώνυμο της δουλειάς, της εξέλιξης, της συνεχούς βελτίωσης. Ο Γκάλης άλλαξε το ίδιο το αξιολογικό σύστημα της χώρας του «Εδώ και Τώρα». (…)Ο Νικ, δουλεύοντας ασταμάτητα, έδειξε ότι το ταλέντο είναι η βάση και όχι το ταβάνι της καριέρας και ότι η επιτυχία, (η αληθινή επιτυχία που χωρίς αυτόν δεν ξέραμε στην Ελλάδα τι είναι…), έρχεται μόνο όταν η απαίτηση από τον εαυτό σου σε οδηγεί στο να γίνεσαι καλύτερος.” Αυτή την κληρονομιά, η Ελληνική μπασκετική κοινότητα έδειξε ότι δεν την ξέχασε και με μια, αντάξια του παρελθόντος της, εμφάνιση που έπειθε για τις δυνατότητές της, νίκησε το φαβορί του αγώνα, Λιθουανία, με αξιόπιστη διαφορά, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της όταν οι Λιθουανοί έφτασαν κοντά στο σκορ. Ήταν μια εμφάνιση που έδωσε την αίσθηση ότι μπορεί η Εθνική μας ομάδα να ξαναβρεί το βηματισμό της.

Για να συμβεί αυτό, όμως, χρειάστηκε να επιστρέψει η Εθνική μας σε ό,τι τη χαρακτήριζε ήδη από την εποχή του 1987. Σ’ αυτό που ονομάζουμε «ελληνική σχολή» στο μπάσκετ. Ένα ισχυρό δίδυμο στις θέσεις των γκαρντ, που σκοράρει και οργανώνει το παιχνίδι, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες (ίσως όχι πάντα επιτυχημένες, αλλά οπωσδήποτε αναγκαίες), σκληρή και παθιασμένη άμυνα, υποστήριξη από τη γραμμή των ψηλών, έλεγχος του ρυθμού. Αν θυμηθούμε τις επιτυχίες του παρελθόντος, θα καταλάβουμε τι εννοώ: Γκάλης-Γιαννάκης με Φασούλα, Χριστοδούλου κ.λπ., Διαμαντίδης-Παπαλουκάς, με Κακιούζη, Τσαρτσαρή κ.λπ., Σπανούλης-Ζήσης, με Φώτση, Μπουρούση κ.λπ. Όταν μάλιστα οι αντίπαλοι μας υποτιμήσουν και μας αντιμετωπίσουν χωρίς σεβασμό, προστίθεται στην προσπάθεια και το πληγωμένο ελληνικό φιλότιμο και επιτυγχάνουμε, πολλές φορές, το ακατόρθωτο. Εξακολουθούμε να είμαστε η τελευταία ομάδα που νίκησε την εθνική των ΗΠΑ σε επίσημο αγώνα! Το πρόβλημα είναι να μην «πάρουν τα μυαλά μας αέρα» και να θυμόμαστε ότι οι αντίπαλοι ξέρουν το ίδιο (αν όχι καλύτερο) μπάσκετ. Στην περίπτωσή μας, μάλιστα, όποια από τις Κροατία ή Ρωσία έχει περάσει δεν θα κάνει το λάθος να μας υποτιμήσει. Όμως, με σωστή ψυχολογία και σκληρή δουλειά (όπως δίδαξε ο μαιτρ Γκάλης), όλα μπορούν να συμβούν.

Η «ελληνική σχολή» του μπάσκετ, σε συνδυασμό με το παράδειγμα του Γκάλη, μπορεί να δώσει μαθήματα σε όλους μας για το πώς μπορούμε να τα καταφέρουμε ακόμα και κάτω από αντίξοες συνθήκες. Ο σωστός προγραμματισμός, η ομαδική δουλειά και η συνεργασία, η διαρκής προσπάθεια να επιτύχει κάποιος το καλύτερο, ξεπερνώντας τον ίδιο του τον εαυτό, η κατάθεση ψυχής και η ευρηματικότητα, όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία για μια πορεία προς την ανάπτυξη και τη βελτίωση των όρων ζωής κάθε ανθρώπου. Δυστυχώς, σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία τα σχολεία άνοιξαν φαίνεται ότι στην εκπαίδευση δεν υπάρχει (ξανά!) κοινή συμφωνία ή διάθεση χάραξης κοινά αποδεκτής από όλους στρατηγικής για την Παιδεία. Η «ελληνική σχολή» θα μπορούσε να προσφέρει παράδειγμα και στον τομέα αυτό. Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό σήμερα;

Source: Arta News

Previous Article

Διεθνής προβολή της Άρτας μέσα από την επίσκεψη του Mototour of Nations 2017

Next Article

Μήνυμα για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς 2017-2018

Σχετικά άρθρα