Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Share:

Πολύς λόγος έγινε για την απόφαση του διευθυντή (αν είναι έτσι) ενός δημοτικού σχολείου στην Αθήνα να μην παρελάσει ως σημαιοφόρος ο αφγανικής καταγωγής μαθητής που κληρώθηκε. Η συζήτηση που προκλήθηκε, αλλά κυρίως τα γεγονότα που ακολούθησαν (ασχημίες και επίθεση εναντίον του μικρού παιδιού από ρατσιστές, συνάντησή του με τον πρωθυπουργό που του δώρισε μια ελληνική σημαία), αναγκάζουν κάθε καλόπιστο και λογικό παρατηρητή να ασχοληθεί όχι τόσο με τα τεκταινόμενα καθαυτά, όσο με την ουσία που κρύβεται πίσω τους και που τίθεται μέσα σε τρία απλά ερωτήματα: τι είναι η σημαία, ποιος δικαιούται να τη φέρει και πώς ορίζεται η έννοια του «Έλληνα» στις μέρες μας. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και μια σειρά άλλων προβληματισμών όπως το πώς διασφαλίζεται (αν είναι δυνατόν) η αμιγής εθνική συγκρότηση ενός κράτους σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, πώς μπορεί να συμβαδίσει  μια τέτοια εθνική καθαρότητα (ή οι προσπάθειες επίτευξής της) με τις αρχές της δημοκρατίας, της ισοτιμίας και την ισονομίας μεταξύ των  ανθρώπων, πώς επηρεάζονται όλα τούτα από την παγκοσμιοποίηση και τόσα άλλα. Θα είχε ενδιαφέρον να οργανωθεί μια συζήτηση ή μια ημερίδα με αυτά τα ζητήματα, αλλά, στον περιορισμένο χώρο ενός χρονογραφήματος, δεν είναι δυνατό να αναπτυχθούν. Γι’ αυτό το λόγο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε όσο το δυνατόν λογικότερες απαντήσεις στα πρώτα ερωτήματα, αυτά που έρχονται πιο αυθόρμητα στο νου.

Καταρχάς, θα πρέπει να ξεκαθαριστεί τι ακριβώς βλέπει ο καθένας μας στην έννοια (άρα και στην υλική της  υπόσταση) της σημαίας. Αν θεωρηθεί ότι η σημαία είναι απλώς ένα κομμάτι ύφασμα το οποίο εκπροσωπεί το εκάστοτε κράτος και τους φορείς εξουσίας του, υπάρχει μεγάλο σφάλμα και κινδυνεύουν, όσοι τουλάχιστον αποδέχονται άκριτα την αντίληψη αυτή ,  να θεωρηθούν απάτριδες ή και προδότες της πατρίδας τους. Αυτό διότι η σημαία δεν είναι μόνο το ύφασμα που την αποτελεί, αλλά κουβαλάει πάνω της την ιστορία, τις επιθυμίες και την αντίληψη και την ιστορία κάθε λαού. Συνιστά, επομένως, η σημαία σύμβολο και μάλιστα από τα μεγαλύτερα, σε σημείο που, στο παρελθόν, η κυρίευση της σημαίας του αντιπάλου να θεωρείται μέγα ανδραγάθημα, ενώ η απώλειά της σήμαινε μέγα όνειδος για το στρατιωτικό σώμα που είχε επιφορτιστεί με την περιφρούρησή της. Είναι η έννοια που φέρει μαζί της όλες τις προσπάθειες και τους αγώνες για επιβίωση και ανεξαρτησία του λαού μας, με τελική κατάληξη τον αγώνα της ανεξαρτησίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς, ποιος δικαιούται να κρατά τη σημαία σε κάποια παρέλαση; Η πιο λογική απ΄ όλες τις απαντήσεις που μπορεί να  λάβει κανείς σε τέτοιο ερώτημα, είναι η απάντηση ότι τη σημαία θα πρέπει να μπορεί να την κρατά ο μαθητής εκείνος που επιθυμεί περισσότερο από τους άλλους. Κι αυτό διότι η σχέση με τη σημαία αντικατοπτρίζει τη σχέση με την πατρίδα του καθενός από εμάς ή τουλάχιστον με αυτό που θεωρεί ο καθένας πατρίδα. Μια άλλη προφανής απάντηση θα ήταν να κρατά τη σημαία αυτός που θα ήταν έτοιμος να θυσιαστεί γι’ αυτήν. Κι αυτό μου φαίνεται λογικό, δεδομένου ότι κανείς δεν είναι καταλληλότερος να φέρει  μια σημαία, αν δεν τη θεωρεί άξια να της προσφέρει τη ζωή του για να τη σώσει. Σε τέτοια περίπτωση η απονομή της σημαίας δεν θα μπορούσε να αλλάξει  παραλήπτη ούτε θα καθίστατο αφορμή πασαρέλας, δεδομένου ότι η ιδιότητα του σημαιοφόρου θα σήμαινε αυτομάτως και υποχρέωση υπεράσπισης της σημαίας μέχρις εσχάτων! Στη χώρα μας, όμως, ακόμα και τα αυτονόητα χρειάζονται ενίοτε επισήμανση και δεν είναι πάντοτε αυτονόητα. Έτσι, είχε καθιερωθεί η σημαία να απονέμεται στον άριστο μαθητή του σχολείου, κάτι που, σε γενικές γραμμές, ενώ ικανοποιεί τη ματαιοδοξία μαθητών και γονέων, δε συνάδει με το συναισθηματικό  νόημα που έχει ο όρος και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις που πηγάζουν από την αποδοχή του ιστορικού συναισθηματικού νοήματος.

Αν ρωτούσαμε κατά πόσον θα πρέπει μόνο αριστούχοι Έλληνες να κρατούν τη σημαία, θα ξεσηκωνόταν μεγάλη αντίδραση, εφόσον δεν μπορούν όλοι να είναι άριστοι σε όλα. Επιπλέον δε μπορεί να ισχύει το γεγονός ότι οι άριστοι είναι περισσότερο πατριώτες από τους μη άριστους, επομένως μόνοι αυτοί δικαιούνται να την κρατούν. Είναι, οπωσδήποτε, δύσκολο να αποδεχτεί κανείς μεταβολή ενός εθίμου και μιας παγιωμένης αντίληψης, δεν είναι, όμως, σωστό να στερούνται πολλοί μαθητές τη δυνατότητα να αναδείξουν τη φιλοπατρία τους. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα πώς προσδιορίζεται η έννοα του Έλληνα, ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα. Σε τελική ανάλυση έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Η λογική, πάλι, ορίζει ότι το γεγονός της γέννησης ενός ανθρώπου σε κάποιον τόπο δεν σημαίνει αναγκαστικά και δέσιμο με τον τόπο αυτό ή μεταφορά της ιδιότητας του τόπου. Αν ήταν έτσι, τότε δεν θα καίγονταν σημαίες σε δρόμους (κυρίως της πρωτεύουσας) όταν η στενοκεφαλιά και η ανοησία μερικών (γεννημένων με την ελληνική υπηκοότητα) οδηγούν σε επιθετική στάση έναντι του κράτους και της σημαίας του. Επομένως μπορείς να επιλέξεις να γίνεις Έλληνας, μέσα από την ελληνική αγωγή, την υιοθέτηση της ελληνικής κουλτούρας, γλώσσας, βιοθεωρίας κ.λπ. άλλωστε, όπως είχε πει και ο Ισοκράτης στον «πανηγυρικό» του «ἡ πόλις ἡμῶν (…) τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας παρά τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας» που σημαίνει ότι η Αθήνα της κλασικής εποχής κατάφερε ώστε (…) το όνομα «Έλληνες» να μη συμβολίζει πια την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχτηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης παρά αυτοί που έχουν την ίδια με εμάς καταγωγή».

Source: Arta News

Previous Article

Εκλογές Επιμελητηρίου Άρτας: ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑΚΗ ΑΛΛΑΓΗ

Next Article

Ιστορική νίκη για τον Καραϊσκάκη!

Σχετικά άρθρα