Φτώχεια εναντίον Καλοπέρασης

Share:

Έγραφα στο παρελθόν σχετικά με το πόσο έχει επηρεάσει η οικονομία την ανθρώπινη ζωή και τις κοινωνικές σχέσεις. Δε φανταζόμουν, τότε, ότι η οικονομία θα έφτανε να ορίζει, εν πολλοίς, τη ζωή των ανθρώπων και να προσδιορίζει στόχους, αξίες αλλά και τρόπους ζωής και συμπεριφοράς. Έγραφα τότε: «υπάρχει μια πολιτική αντίληψη που φαίνεται να εκφράζεται ακριβώς από αυτό το σύνθημα που τείνει να γίνει ο βασικός οδηγός της σύγχρονης κοινωνίας. Πολλοί θεωρούν ότι η κρίση είναι αποτέλεσμα της μεγαλομανίας του απλού λαού που θέλησε να ζήσει πλουσιότερα απ’ ό,τι μπορούσε στην πραγματικότητα. Είναι η αντίληψη που χωρίζει τους πολίτες σε πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, με τους πρώτους να επωφελούνται ακόμα και από την κρίση και να κερδίζουν, και τους δεύτερους να υπομένουν τα πάνδεινα ως τιμωρία για την «αλαζονεία» τους, που τόλμησαν να επιθυμήσουν να ζήσουν σαν άνθρωποι! Είναι η αντίληψη που κλέβει τον κόπο των εργαζομένων και των συνταξιούχων, που στερεί την ελπίδα από τους νέους, που αφαιρεί κάθε αποταμίευμα για να καλύψει τις «τρύπες» στις τσέπες των τραπεζιτών και των ξένων εντολοδόχων τους. Είναι όμως και η αντίληψη που στερεί από την κοινωνία τη δυνατότητα να σκεφτεί και να αντιδράσει λογικά και συγκροτημένα, άρα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη σύγκρουση και τα άκρα.»
Στην αντίληψη αυτή έρχεται να αντιπαρατεθεί η απλή λογική αλλά και μια διαρκώς επεκτεινόμενη αμφισβήτηση της μοναδικότητας ως επιλογή της σκληρής φιλελεύθερης οικονομικά αντίληψης. Η λογική αυτή είναι απλή στη συγκρότησή της και, πολύ απλά, λέει πως οι νότιοι λαοί της Ευρώπης, αλλά και κάθε απλός άνθρωπος δικαιούται να ζήσει ανθρωπινά, με ολοκληρωμένη περίθαλψη, για την οποία πληρώνει από το υστέρημά του, με πλήρη ασφάλιση, την οποία καταθέτει καθημερινά από τις απολαβές του, με αξιοπρεπή σύνταξη, για την οποία έχει πληρώσει χρόνια και χρόνια. Αυτά δεν είναι παροχές τις οποίες δικαιούται το κράτος να περικόπτει κατά το δοκούν, είναι δικαιώματα, τα οποία οφείλουν οι πολίτες να τα υπερασπίζονται. Πρωτίστως οφείλουν να υπερασπίζονται το δικαίωμα στην Παιδεία, η οποία στη χώρα μας τείνει να μετατραπεί σε πεδίο εύκολων πειραματισμών για ευφάνταστους πολιτικούς. Είναι χρέος όλων μας να αναρωτηθούμε πού μας οδηγεί ο άκρατος οικονομοκεντρισμός και να αποφασίσουμε να στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στον άνθρωπο. Εκεί μπορούμε να βρούμε τις απαντήσεις στα περισσότερα από τα προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία μας σήμερα.
Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας είναι η ανισοκατανομή του πλούτου, με ένα ελάχιστο ποσοστό ανθρώπων να έχει στα χέρια του το 1/3 του συνολικού πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ανισοκατανομή αυτή έχει τις ρίζες της κυρίως στην άρνηση των πλουσίων να μοιραστούν ένα μέρος των απωλειών, που προκαλεί η κρίση, με τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό, όμως, έχει ως αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας κοινότητας να παραμένει σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας ακόμα μέχρι σήμερα. Για το λόγο αυτόν αξίζει να υπάρχει κάποια αφορμή από την οποία ορμώμενη θα ευαισθητοποιούμαστε και θα ενεργοποιούμαστε με στόχο τον περιορισμό της φτώχειας. Η αφορμή βρίσκεται με την καθιέρωση παγκόσμιας μέρας κατά της φτώχειας. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ κήρυξε την 17η Οκτωβρίου «Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Φτώχειας» το 1993. Ο ΟΗΕ και πολλές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις καλούν την παγκόσμια κοινότητα σε επαγρύπνηση για την εξάλειψη της φτώχειας και μας υπενθυμίζουν τις προσπάθειες για την επίτευξη ενός από τους «Αναπτυξιακούς Στόχους της Χιλιετίας», του φιλόδοξου προγράμματος του ΟΗΕ για τη μείωση της φτώχειας στο μισό.
Με βάση έκθεση του ΟΗΕ, ένα παιδί πεθαίνει κάθε τρία δευτερόλεπτα από τη φτώχεια, ενώ 1,2 δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα. Στη χώρα μας, το 20% του πληθυσμού απειλείται σήμερα από τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, έναντι 15% που είναι ο μέσος κοινοτικός όρος. Η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι απειλούνται από τη φτώχεια κοινωνικές ομάδες, όπως οι άνεργοι, οι μονογονεϊκές και πολύτεκνες οικογένειες και οι ηλικιωμένοι. Σύμφωνα με υπολογισμούς της Ε.Ε, το όριο της φτώχειας ενός μονομελούς νοικοκυριού αντιστοιχεί σε ετήσιο εισόδημα 4.800 ευρώ, ενώ για ένα 4μελές νοικοκυριό ανέρχεται στα 10.800 ευρώ (τιμές 2002).
Μεγάλο, επίσης, πρόβλημα είναι το γεγονός ότι τη φτώχεια του σήμερα δεν τη συνοδεύουν μια σειρά από πλεονεκτήματα της φτώχειας του παρελθόντος. Σε φτώχεια πέρασαν μεγάλο μέρος των νεανικών τους χρόνων οι γονείς μας, οι σημερινοί εβδομηντάρηδες. Δεν είχαν, συχνά, την ευκαιρία για πλήρες γεύμα, όμως ήξεραν να είναι καθαροί και αξιοπρεπείς, έτρεφαν άσβεστη την ελπίδα της κοινωνικής ανόδου και της προόδου και προσέβλεπαν στην Παιδεία για να καταφέρουν να ξεπεράσουν τη φτώχεια τους. Ταυτόχρονα αξιοποιούσαν την ήδη υπάρχουσα κοινωνικότητα και συλλογική δράση για να μπορέσουν να ξεφύγουν από τη μέγγενη της κατάθλιψης ή της ζήλειας που μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί όταν βλέπεις πως ο διπλανός σου έχει αρκετά περισσότερα από αυτά που έχεις εσύ. Μέσα από την κοινωνική επαφή, σε πραγματικό τώρα και όχι εικονικό επίπεδο, οργάνωναν γλέντια με ελάχιστα μέσα ή διασκέδαζαν εμπλουτίζοντας την εμπειρία του ο καθένας, μέσα από τη βιωμένη πείρα του άλλου.
Σήμερα η φτώχεια έχει εισχωρήσει βαθιά στο μεδούλι όχι μόνο των ελλήνων, αλλά και όλων των άλλων που τη βιώνουν, σε σημείο που να ακυρώνει οποιαδήποτε καλή σχέση μπορεί να βασιστεί στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, την αλληλοκατανόηση και τη συλλογική προσπάθεια. Η επιστροφή σε τέτοιες αξίες και η οργανωμένη συλλογική δραστηριότητα μπορούν να ξαναδώσουν νέο και οπωσδήποτε πολύ πιο ανθρωπιστικό περιεχόμενο στη ζωή όλων μας. Απαιτείται να υπάρξει εκείνη η πολιτική βούληση και δράση που θα εξαναγκάσει όλους όσοι έχουν περίσσεια πλούτου και υλικών μέσων να δεχτούν να υπομείνουν λίγη «χασούρα» προς όφελος της επικείμενης ανάπτυξης. Κάτι τέτοιο έχει επιχειρηθεί στο παρελθόν με επιτυχία, και ονομάστηκε Νιού ντηλ, «New deal» επί το αγγλικότερον. Ο όρος New Deal (Νέα Συμφωνία) αναφέρεται σε μια σειρά οικονομικών μέτρων που θεσπίστηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ 1933 και 1938, μέσω προεδρικών διαταγμάτων και νόμων ψηφισμένων, κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Φραγκλίνου Ρούσβελτ, ως απάντηση στην Μεγάλη Ύφεση του 1929.
Τα προγράμματα στόχευαν στην επίτευξη της ανακούφισης των φτωχότερων και των ανέργων, την ανάκαμψη της οικονομίας σε φυσιολογικά επίπεδα και την αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της χώρας ώστε να μην επαναληφθεί παρόμοια κατάσταση (οι Αμερικανοί ιστορικοί αποκαλούν συχνά τους 3 αυτούς στόχους ως «3 Rs» – Relief, Recovery, Reform). Μπορούμε να ελπίζουμε σε κάτι ανάλογο στις μέρες μας; Ο καιρός θα δείξει!!

Source: Arta News

Previous Article

Πρόσκληση Διενέργειας Εκλογών

Next Article

Ολοκληρώνονται τα έργα επέκτασης του δικτύου αποχέτευσης στη Φιλιππιάδα

Σχετικά άρθρα