Ελπίδα, πίστη, αγάπη και σοφία

Share:

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων είναι η διαρκής ελπίδα για κάτι καλό που μπορεί να τους συμβεί στο εγγύς ή  το απώτερο μέλλον. Είναι μια αυθόρμητη αντίδραση μπροστά στο άγνωστο; Πρόκειται για μια εγγενή προσπάθεια άμυνας του ανθρώπου απέναντι στο αναπόφευκτο τέλος που κάποια στιγμή θα τον καταβάλει; Αποτελεί ένα καταφύγιο των ανθρώπινων κοινωνιών ώστε να βρίσκουν δύναμη για να επιτυγχάνουν την πρόοδο και την εξέλιξη του πολιτισμού τους; Ό, τι και να είναι, πάντως, η ελπίδα αποτελεί μόνιμο σύντροφο των ανθρώπων στη μεγαλύτερη διάρκεια της ζωής τους, ακόμη κι όταν τα πράγματα φαίνεται να γίνονται όλο και δυσκολότερα. Για το λόγο αυτό αποτέλεσε διαχρονικά και αποτελεί ακόμη αντικείμενο ποικίλων παροιμιών αλλά και γνωμικών όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για όλους σχεδόν τους λαούς της υφηλίου. «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία», λέμε οι Έλληνες, «dum spiro, spero», δηλαδή «όσο ζω, ελπίζω», έλεγαν οι αρχαίοι Λατίνοι, «αυτό που κάνει την έρημο όμορφη είναι ότι κάπου κρύβει ένα πηγάδι», έγραφε ο  γνωστός Γάλλος συγγραφέας Αντουάν ντε Σαιν Εξυπερύ, δημιουργός του γνωστού «Μικρού Πρίγκιπα», «η μέρα που ο Θεός δημιούργησε την ελπίδα ήταν πιθανότατα η ίδια μέρα που δημιούργησε την Άνοιξη», έλεγε ο Βρετανός φιλόσοφος, Μπέρναρντ Γουίλιαμς.

Στον αντίποδα όλων των παραπάνω υπάρχουν επίσης πάρα πολλοί υμνητές της απελπισίας ή της μη αναγκαιότητας της ελπίδας. «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος» πρέσβευε ένας από τους μεγαλύτερους και παγκοσμίως γνωστούς Έλληνες συγγραφείς, ο Νίκος Καζαντζάκης. Αλλά και μεγάλοι νομπελίστες, όπως ο Αλμπέρ Καμύ, δεν πίστευαν στη δύναμη της ελπίδας. Δε νομίζω ότι είχαν δίκιο. Το πρόβλημα δε  βρίσκεται στην ίδια την ελπίδα καθεαυτή, αλλά στο πώς τη χειρίζεται ο κάθε άνθρωπος, προκειμένου να βελτιώσει ή να δώσει νόημα στη ζωή του. Υπάρχουν λοιπόν δύο ειδών ελπίδες. Η μία συνοδεύεται από μοιρολατρία και ηττοπάθεια και σε οδηγεί στην παραίτηση, καθώς τα περιμένεις όλα από κάποιο θαύμα που ελπίζεις ότι (κάποτε, αναπόφευκτα) θα σου συμβεί. Καταντάει, όμως, έτσι ο άνθρωπος σαν τους αντιήρωες του γνωστού ποιήματος του Βάρναλη που ομολογούν ότι «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα, προσμένουμ’ ίσως κάποιο θάμα!». Η ελπίδα αυτή είναι ψευδεπίγραφη και κανονικά δεν θα έπρεπε να ονομάζεται έτσι. Η δεύτερη προκύπτει από την αυτογνωσία του ανθρώπου, την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του αλλά και τη δύναμη που δίνει η Πίστη. Η εμπιστοσύνη σε ό,τι αποτελεί για τον καθένα μας Ανώτερη Δύναμη, στο Θεό για τους περισσότερους, αλλά και σε οτιδήποτε άλλο για όσους έχουν άλλη άποψη, μπορεί να αναπτερώσει τις δυνάμεις του καθενός μας και να οδηγήσει, μέσα από την ελπίδα, σε πράξεις δυναμικές, σε δράση λυτρωτική, ακόμα και σε βελτίωση των όρων ζωής.

Η πίστη αποτελεί, για όσους τη διαθέτουν, σημαντική παρακαταθήκη δύναμης και αφετηρία δράσης. Πολλοί θεωρούν ότι η πίστη είναι ένα είδος δεσμών για τον άνθρωπο, καθώς τον υποχρεώνει να τηρεί κανόνες και να ακολουθεί κάποιους κώδικες συμπεριφοράς που, εκ πρώτης όψεως, περιορίζουν την ελευθερία του. Πέραν του γεγονότος ότι, όπως όλοι σχεδόν συμφωνούν, απόλυτη ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς να μετατραπεί σε στυγνή ασυδοσία, όσοι κακίζουν την πίστη δεν κατανοούν ότι αποτελεί συνειδητή επιλογή των ανθρώπων που την ακολουθούν, επομένως οι ίδιοι επιλέγουν να θέτουν όρια στην δοσμένη ελευθερία τους με στόχο την αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων. Η κίνηση αυτή βασίζεται πρωτίστως στην Αγάπη που θα πρέπει να δείχνει ο καθένας μας για το συνάνθρωπό του. Η αγάπη για τον άνθρωπο και το ενδιαφέρον για τη βελτίωση των όρων ζωής του συνιστούν τη λογική του ανθρωπισμού, πάνω στην οποία βασίστηκε το οικοδόμημα των ηθικών αξιών που συγκρότησε το σύγχρονο πολιτισμό. Γεννημένο μέσα από τη διαδικασία της Αναγέννησης, το κίνημα του Ανθρωπισμού οδήγησε στο Διαφωτισμό που αναγνώρισε ανθρώπινα δικαιώματα, προώθησε τη σκέψη για ισότητα όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από φύλο, χρώμα και θρησκεία και διαμόρφωσε τις πολιτικές συνθήκες για την εδραίωση των δημοκρατικών πολιτευμάτων.

Η σταδιακή απομάκρυνση από αυτές τις αξίες και τις ανθρωπιστικές αρχές, οδηγεί, αργά αλλά σταθερά, σε αποδιάρθρωση των κοινωνιών, σε μια απελπισία που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος, σε αποθέωση των υλικών αγαθών, του καταναλωτισμού και της τεχνολογίας εις βάρος των συναισθημάτων, της ανθρωπιάς και της συναδέλφωσης. Η γνώση του παρελθόντος, αλλά και η αποκρυπτογράφηση πάρα πολλών μυστικών της Φύσης οδηγούν τον άνθρωπο όχι στην πραγματική Σοφία που θα αποτελούσε φωτεινό οδηγό για τη ζωή του, αλλά σε μια συνεχή συσσώρευση γνώσεων που τον οδηγούν στην αλαζονεία, την αμετροέπεια, την αίσθηση της παντοδυναμίας και της απόλυτης κυριαρχίας στη Φύση. Αυτή η τάση συνιστά ασυδοσία, οδηγεί σε απόγνωση, καθώς ο άνθρωπος χάνει την ελπίδα που θα του έδινε η πίστη και η αγάπη στο συνάνθρωπό του, και, τελικά, καταντάει έρμαιο των επιτήδειων, στη λογική της εξυπηρέτησης των δικών τους συμφερόντων και τη συσσώρευση όλο και περισσότερου πλούτου σε όλο και λιγότερα άτομα. Δεν είναι, αλήθεια, η ζωή μας αλλά και η κοινωνία μας ένα παράδειγμα τέτοιας κατάντιας; Ποιος μπορεί να πάρει πολιτικές αποφάσεις που θα καταστήσουν τη ζωή της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων καλύτερη, περιορίζοντας τους λίγους; Ποιος έχει ως οδηγό του την αγάπη για το συνάνθρωπο; Ποια παραδείγματα μπορούμε να αντλήσουμε από την καθημερινότητά μας;

Η απάντηση μπορεί να έρθει αν ανατρέξουμε στη σοφία που μας δίνει η γνώση του παρελθόντος και η προσπάθεια αποκρυπτογράφησης του μέλλοντος, αν τη χρησιμοποιήσουμε αυτή τη σοφία με αγάπη για το συνάνθρωπο και βαθιά πίστη, τουλάχιστο στη δύναμη αυτής της αγάπης, με τέτοιο τρόπο ώστε να κινητοποιήσουμε τις αστείρευτες δυνάμεις που μπορεί να γεννήσει στην ψυχή των ανθρώπων η ελπίδα. Είναι όμως αυτό εύκολο; Ας θυμηθούμε ότι «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Source: Arta News

Previous Article

«Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς» στην Πρέβεζα

Next Article

Εορτασμός της επετείου της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας

Σχετικά άρθρα