Εξαίρετο «παιχνίδι μοναξιάς» στο «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ»

Share:

Η σύγχρονη θεατρική παραγωγή και δραματουργία οφείλει πολλά στη «χρυσή γενιά» των αμερικανών θεατρικών συγγραφέων που, γεννημένοι μέσα στη δίνη του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, μεγαλωμένοι στο κλίμα της μεγάλης κρίσης του 1929-1932 και μπαρουτοκαπνισμένοι από τα δεινά του Δευτέρου παγκοσμίου πολέμου έσκυψαν πάνω στο δράμα της σύγχρονης ατομικότητας, μελετώντας την ανθρώπινη ψυχή, τις ανθρώπινες σχέσεις και τελικά την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε συνθήκες μικροαστική ή μεσοαστικής διαβίωσης, Η γενιά αυτή έδωσε αριστουργήματα όπως το «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Ο θάνατος του εμποράκου» και το «Με θέα από τη γέφυρα» του Άρθουρ Μίλερ (το τελευταίο παρουσιάστηκε πέρσι από τη θεατρική σκηνή του «Μακρυγιάννη»), το «Λεωφορείον ο πόθος», ο «Γυάλινος κόσμος» και το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», του Τένεσσι Ουίλιαμς, και πολλά άλλα. Πρόκειται για μια νέα οπτική γωνία που, μέσα από την απαισιοδοξία που μπορεί να φαίνεται ότι κυοφορεί ο σύγχρονος κόσμος, αναζητά διέξοδο για την πορεία του ανθρώπου προς την αυτογνωσία και την ελευθερία.

Ένας από τους κλασικότερους εκπροσώπους της σχολής αυτής του αμερικανικού θεάτρου ήταν ο θεατρικός συγγραφέας Γουίλιαμ Γκίμπσον (τα βιογραφικά του οποίου σωστά αναγράφονται στο πρόγραμμα του «Μακρυγιάννη» αλλά με φωτογραφία ενός άλλου Γκίμπσον που είναι συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας), ο οποίος έγινε ευρύτατα γνωστός με το έργο «Το θαύμα της Άννι Σάλιβαν» που αναφέρεται στην προσπάθεια της δασκάλας Άννι Σάλιβαν να εκπαιδεύσει την τυφλή και κωφάλαλη Έλεν Κέλερ στην παιδική της ηλικία, έκανε όμως την πρώτη του εμφάνιση με το έργο «Παιχνίδι μοναξιάς», το οποίο ανέβασε φέτος στην πόλη μας με επιτυχία η θεατρική σκηνή του Πολιτιστικού Συλλόγου «Μακρυγιαννης».

Αν και πέρασαν πενήντα εννιά χρόνια από τότε που πρωτοπαίχθηκε στη Ν. Υόρκη, το έργο του Ουίλιαμ Γκίμπσον «Το παιχνίδι της μοναξιάς» παραμένει σύγχρονο και πανανθρώπινο. Όχι μόνο γιατί είναι εξαιρετικά μαστορικό όσον αφορά στην πλοκή και στους δύο χαρακτήρες του, αλλά και γιατί το θέμα του δεν έχει «σύνορα» και αμέτρητοι άνθρωποι, δυστυχώς όλο και περισσότεροι, όπως τα πρόσωπα του έργου, έχοντας λογής – λογής συναισθηματικές, οικογενειακές, κοινωνικές, επαγγελματικές και βιοποριστικές «πληγές», ποθώντας να ερωτευθούν, να αγαπηθούν και να συντροφευθούν, κινδυνεύουν να βιώσουν οδυνηρότερα τη μοναξιά. Πρόκειται για ένα «παιχνίδι», που θέλει να αποδιώξει τη μοναξιά, να θεραπεύσει συναισθηματικά τραύματα, να μετρήσει την αντοχή και την αξία μιας άλλης σχέσης (σχέσης ζωής), να προσδιορίσει τη δυνατότητα απεξάρτησης του ατόμου από δεσμεύσεις και ευκολίες, που του έχουν παρασχεθεί, για να δοκιμάσει τις υπαρξιακές αντοχές του – συναισθηματικές – κοινωνικές – βιοποριστικές. Δοκιμασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, μέσω του σμιξίματος και του αποχωρισμού του με ένα άλλο πλάσμα. Αποκάλυψη των βιωμάτων του, του χαρακτήρα του, της δίψας να λάβει και να δώσει αγάπη. Μια ανάπαυλα «ευτυχίας» που θα πληγώσει, ίσως έναν από τους δύο.

Με τρυφερότητα για τα πρόσωπα, μαεστρία στην πλοκή και ψυχογραφικούς διαλόγους, ο Αμερικανός συγγραφέας δραματοποιεί ένα σύνηθες ανθρώπινο πρόβλημα. Το ερωτικό σμίξιμο δυο, ασυντρόφευτων σε κάποια στιγμή της ζωής τους, ανθρώπων, σμίξιμο συχνά χωρίς αίσιο τέλος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ερωτική «φυγή» ενός άνδρα που περνά κρίση ο γάμος του προς μια άλλη, επίσης, μοναχική γυναίκα και το χωρισμό τους, αφού εκείνος δεν μπορεί να αποκόψει το δεσμό με τη γυναίκα του, δεσμός που καθόρισε τη ζωή του. . Με γλυκόπικρο, λεπτό χιούμορ, με μελαγχολία, με κατανόηση και τρυφερότητα για τον πληγωμένο και μοναχικό άνθρωπο, ο συγγραφέας πλάθει το συναισθηματικό βάσανο, το ερωτικό σμίξιμο και τελικά το χωρισμό των δύο προσώπων. Ο λαϊκής καταγωγής Τζέρι, που έγινε δικηγόρος, χάρη στον πεθερό του, εγκαταλείπει τη θέση του και τη γυναίκα του, αφού εκείνη φλερτάρει με άλλον και λέει ότι θέλει να τον παντρευτεί. Άνεργος και άφραγκος στη Ν. Υόρκη, πνιγμένος από τη μοναξιά, τηλεφωνεί και τελικώς συναντιέται με μια νέα, έρημη, χωρισμένη επίσης, φτωχή, άνεργη αλλά και περήφανη χορεύτρια, τη Γκιτλ, στην γκαρσονιέρα της. Δυο μοναχικά πλάσματα που θα σμίξουν ερωτικά, θα γευτούν την ανθρώπινη συντροφικότητα, αλλά για λίγο, καθώς η μακρόχρονη αγάπη που δένει τον Τζέρι και τη γυναίκα του «νικά» τη σχέση τους.

Το έργο απαιτεί λεπτούς χειρισμού στην ανάγνωσή του και την παράστασή του ώστε να αποφευχθούν οι φτηνοί μελοδραματισμοί και οι απλουστευτικές ευκολίες. Η σκηνοθέτις της παράστασης, Ζωή Μπαρτζώκα, απέδειξε ότι μπορεί και αναγνωρίζει αυτές τις κακοτοπιές έτσι ώστε όχι μόνο να τις αποφεύγει, αλλά και να τις μετατρέπει σε μεγαλείο ψυχής, ισορροπώντας εξαιρετικά ανάμεσα στη συγκινησιακή έξαρση και τη ρεαλιστική δραματικότητα. «Διάβασε» το έργο σαν ένα «παιχνίδι» μεταξύ των δύο ηρώων και τους καθοδήγησε έτσι ώστε οι μεταξύ τους εναλλαγές και παύσεις να διαμορφώνουν μια ήρεμη ένταση, μια ηχηρή σιωπή που συνεπαίρνει το θεατή στις στιγμές της κορύφωσής της.

Οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με επιτυχία στις απαιτήσεις του ρόλου τους. Ο Κώστας Γρούμπας, ως ανασφαλής, ερωτικά εξαρτημένος από τη γυναίκα του, αλλά πρόθυμος να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να τα καταφέρει ως άνδρας, Τζέρι, αναδεικνύει με μαεστρία τις εσωτερικές συγκρούσεις του ήρωα, αλλά και το διχασμό της ψυχής του ανάμεσα στο παλιό που κουβαλά και στο νέο που αρνείται να δεχθεί ολόψυχα, καταλήγοντας να είναι δέσμιος της μοναξιάς του. Οι σκηνές όπου η πάλη αυτή είναι βουβή και πρέπει να φανεί μέσα από την κίνηση ή τις εκφράσεις του αναδεικνύουν γνήσιο ταλέντο. Η Όλγα Τσιάφη, ως εύθραυστη αλλά και δυνατή συνάμα, δοτική αλλά και περήφανη Γκιτλ, πλάθει ένα ρόλο που αναδεικνύει την τραγικότητα της διλημματικής ύπαρξης  του ανθρώπου των μεγαλουπόλεων. Όταν αφήνεται στον έρωτα, ως διέξοδο από τη μοναξιά της, ανακαλύπτει ότι οι πληγές που μπορεί να δεχθεί είναι πιο σκληρές από την ίδια τη μοναξιά. Οι κινήσεις της, οι σιωπές της στη σκηνή και η εκφραστικότητα του προσώπου της έδιναν ένταση στις σκηνές όπου συμμετείχε ακόμα και χωρίς λόγια.

Τα σκηνικά του Γιάννη Ζαφείρη υπηρετούν αρμονικά το τελικό σύνολο, τα κοστούμια της Κατερίνας Γκογκάκη αποδίδουν σωστά την εποχή και την κοινωνική πραγματικότητα του έργου, τα ηχητικά και οι φωτισμοί του Αντώνη Αξιώτη συμπληρώνουν εξαιρετικά το τελικό άρτιο αποτέλεσμα. Κοντολογίς πρόκειται για μια παράσταση αντάξια της μεγάλης παράδοσης της θεατρικής σκηνής του «Μακρυγιάννη»!

Source: Arta News

Previous Article

Eπικαιροποίηση της αδελφοποίησης Δήμου Αρταίων και Λευκάρων Κύπρου

Next Article

Xαιρετισμός Περιφερειάρχη στο Forum της Μακροπεριφέρειας Αδριατικής- Ιονίου

Σχετικά άρθρα